Νο1: Michael Schumacher
O πιο πετυχημένος οδηγός F1, ο άνθρωπος που έγινε σύμβολο μιας ολόκληρης εποχής
ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΑΠΟ ΤΟ MSFREE
Λίγοι αθλητές έχουν αφήσει τόσο ανεξίτηλα το στίγμα τους στο σπορ στο οποίο διέπρεψαν, όσο ο Michael Schumacher. Ακόμα λιγότεροι κατάφεραν στην καριέρα τους να κάνουν το όνομά τους συνώνυμο του αθλήματος. Αυτό το έχουν καταφέρει τύποι όπως ο Πελέ και ο Μαραντόνα στο ποδόσφαιρο ή ο Michael Jordan στο μπάσκετ. Αυτό έχει καταφέρει ο Michael Schumacher στη Formula 1 στα 15 χρόνια της καριέρας του. Κατάφερε να γίνει ένας από τους πιο αναγνωρίσιμους (και καλοπληρωμένους) αθλητές του κόσμου, παίρνοντας τη δημοφιλέστερη ομάδα, τη Ferrari, από την ανυποληψία και ανεβάζοντάς την στην κορυφή. Δεν είναι τυχαίο ότι κατάφερε την πλειονότητα των -σχεδόν εθνικιστών- Γερμανών να υποστηρίζουν με τόση θέρμη μια ιταλική ομάδα, ούτε ότι κατάφερε τους Ιταλούς να ορκίζονται στο όνομα ενός Γερμανού πιλότου.
Η ανακοίνωση της αποχώρησης του Michael Schumacher από τη Formula 1 σηματοδότησε το τέλος μιας εποχής. Μιας εποχής στην οποία ο Γερμανός συγκέντρωσε πάνω του όλα τα φώτα, λόγω της φιλοσοφίας του και του τρόπου με τον οποίο αγωνιζόταν. Κύριο χαρακτηριστικό του ήταν η απόλυτη αφοσίωση στη νίκη, η οποία έπρεπε να κατακτηθεί με οποιοδήποτε κόστος. Αυτή η φιλοσοφία της σκληρής δουλειάς πέρασε σε όλη την ομάδα της Ferrari και αυτός είναι ένας από τους κυριότερους λόγους που η τελείως ανοργάνωτη και αναποτελεσματική ομάδα μέχρι το 1995 έγινε ύστερα πρότυπο οργάνωσης και αποτελεσματικότητας. Αυτό ήταν και το σήμα κατατεθέν του Γερμανού: τίποτα δεν μπορεί να μας αναγκάσει να παρεκκλίνουμε από το στόχο. Είναι φυσικό, ότι αυτή η απόλυτη αντιμετώπιση των καταστάσεων έκανε τον άνθρωπο Schumacher να αποκτήσει καλούς φίλους αλλά και ορκισμένους εχθρούς. Δεν είναι λίγοι εκείνοι που τον κατηγόρησαν ότι χρησιμοποίησε αθέμιτες μεθόδους για να κερδίσει. Η αλήθεια είναι ότι έχει κάνει λάθη, όπως εκείνο στη Jerez του 1997, που έπεσε πάνω στον Villeneuve για να βγουν και οι δύο έξω και να πάρει αυτός τον τίτλο, αλλά υπάρχουν δεκάδες άλλα παραδείγματα που νίκησε γιατί απλώς κυριάρχησε επί του ανταγωνισμού.
Η σκυτάλη τώρα έχει περάσει στους επίγονους. Το αν είναι άξιοι να τον κοιτάξουν στα μάτια είναι κάτι που θα φανεί στο τέλος της δικής τους καριέρας. Η αλήθεια είναι ότι έχουμε δει καλά δείγματα από ορισμένους, αλλά χρειάζονται περισσότερα από το να είσαι γρήγορος για να γραφτεί το όνομά σου στην ιστορία. Και αυτή η απόλυτη κυριαρχία του Michael Schumacher δεν είναι εύκολο να επαναληφθεί. Οι αριθμοί άλλωστε λένε πολλά: 7 πρωταθλήματα, 89 νίκες, 69 poles, 1344 βαθμοί σε 256 αγώνες. Όλα τους δυσθεώρητα ρεκόρ.
Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η βιομηχανία του σταρ σίστεμ έχει ανάγκη από ήρωες. Από ξεχωριστές προσωπικότητες, που με την προβολή που θα τραβήξουν πάνω τους θα δώσουν ώθηση σε όλον τον τομέα. Κάτι τέτοιο είναι ο Michael Schumacher. Μπορεί να μην απασχολεί καθημερινά τις σκανδαλοθηρικές στήλες με τα κατορθώματα της προσωπικής του ζωής, αλλά είναι ο κορυφαίος, αυτός τον οποίο πρέπει να κερδίσεις για να γίνεις ο καλύτερος. Είναι ο απόλυτος σταρ του μηχανοκίνητου αθλητισμού, αυτός στον οποίο θέλουν να μοιάσουν οι πιτσιρικάδες. Και το σημαντικότερο είναι ότι δεν είναι παράγωγο του συστήματος, δεν είχε γίνει από την αρχή επένδυση επάνω του με αυτές τις προσδοκίες. Επέβαλε την κυριαρχία του με τη μοναδικότητά του.
Η Formula 1 χωρίς τον Michael Schumacher δεν είναι η ίδια. Θα δούμε αρκετούς νέους πρωταθλητές, ίσως και πολλές συναρπαστικές μάχες. Θα είναι δύσκολο όμως να εμφανιστεί αυτός που το όνομά του θα γίνει συνώνυμο του αθλήματος, με τον τρόπο που έγινε αυτό του Γερμανού.
Μια ζωή γεμάτη τίτλους
Με την αυγή του 1969, στις 3 Ιανουαρίου, ο Rolf και η Elisabeth Schumacher αποκτούν τον πρωτότοκο γιό τους, τον οποίο ονομάζουν Michael. Στο Kerpen, όπου ζούσαν οικογενειακώς, ο μικρός Michael κάνει τα πρώτα του βήματα και παίζει με τα πρώτα του παιχνίδια. Ένα από αυτά ήταν και το μικρό του καρτ το οποίο είχε πετάλια για να αναπτύσσει ταχύτητα, το οποίο ο Rolf, σαν καλός τεχνίτης, το εξόπλισε με έναν κινητήρα μοτοσικλέτας μόλις ο Michael συμπλήρωσε τέσσερα χρόνια ζωής. Η πίστα καρτ του Kerpen θα ήταν το πρώτο «πεδίο μάχης» για τον ίδιο το 1975, την ίδια χρονιά που γεννιέται ο αδερφός του, Ralf. Οι γονείς βλέπουν την αγάπη του για την οδήγηση και ίσως να διαισθάνονται κάτι σημαντικό για τον μεγαλύτερο γιό τους και έτσι πιάνουν δεύτερη δουλειά στην πίστα καρτ για να στηρίξουν τις προσπάθειές του.
Η σύντομη στατιστική απεικόνιση της καριέρας του Michael Schumacher θα μπορούσε να είναι υπόδειγμα σε κάθε σχολή ή πανεπιστήμιο που υπερηφανεύεται πως δημιουργεί πρωταθλητές σε διάφορες μορφές του παγκοσμίου αθλητισμού. Στα 22 χρόνια αγωνιστικής εμπλοκής στον Παγκόσμιο Μηχανοκίνητο Αθλητισμό ο Γερμανός έχει κερδίσει τα πάντα, έχει καταρρίψει κάθε ρεκόρ και έχει αποθηκεύσει στο σπίτι του εκατοντάδες τρόπαια από αγώνες Καρτ μέχρι φυσικά Formula 1.
Πάνω από όλα ασφαλώς έχει κερδίσει επτά τίτλους στο δημοφιλέστερο, εντυπωσιακότερο και ακριβότερο πρωτάθλημα του κόσμου, ενώ και οι υπόλοιποι αριθμοί που συνοδεύουν αυτή την πλούσια καριέρα είναι εξίσου απίστευτοι. Ο Γερμανός μέχρι πριν από ακριβώς έναν χρόνο είχε δώσει το «παρών» σε 248 Grand Prix έχοντας 91 νίκες, 154 podium και 68 pole position. Παράλληλα στους μισούς σχεδόν αγώνες (στους 115 από τους 248) τερμάτισε στην πρώτη σειρά, ενώ 76 φορές το όνομα του γράφτηκε στις τηλεοπτικές κάρτες που μας ενημερώνουν για τον ταχύτερο γύρο κάθε αγώνα. Σε αυτά τα 22 χρόνια ο Michael Schumacher συγκέντρωσε 1.369 βαθμούς με ρεκόρ συγκομιδής σε μια χρονιά τους 148 που είχε μαζέψει το 2004, την καλύτερη χρονιά της καριέρας του και την καλύτερη της Ferrari στη Formula 1.
Το ξεκίνημα
Η πορεία αυτή για τον Γερμανό, επτά φορές παγκόσμιο πρωταθλητή, ξεκίνησε το 1984 όταν ο 15χρονος τότε Michael ξεκινούσε τις συμμετοχές του στο γερμανικό πρωτάθλημα καρτ. Τον επόμενο χρόνο τερμάτισε στη δεύτερη θέση του συγκεκριμένου πρωταθλήματος, ενώ το 1986 ήταν τρίτος και στο γερμανικό πρωτάθλημα αλλά και στο ευρωπαϊκό. Το 1987 ήρθαν οι πρώτοι τίτλοι και οι εντυπώσεις όλων πως ήταν ένα ταλέντο, επιβεβαιώθηκαν, αφού ο Schumacher κατέκτησε τόσο το πρωτάθλημα της χώρας του όσο και το ευρωπαϊκό.
Με συνοπτικές διαδικασίες, λοιπόν, το καρτ ολοκληρώθηκε και αφού ο Schumacher είχε πλέον ενηλικιωθεί κιόλας, το επόμενο στάδιο της καριέρας του ήταν οι αγώνες μονοθεσίων και συγκεκριμένα η Formula Konig και Formula Ford 1600. Στον πρώτο θεσμό αναδείχθηκε πρωταθλητής με το «καλημέρα», ενώ στη γερμανική Formula Ford 1600 ήταν τέταρτος για το 1988 και στην ευρωπαϊκή δεύτερος.
Το 1989 ολοκλήρωσε το πρωτάθλημα της γερμανικής F3 στην τρίτη θέση της βαθμολογίας πίσω από τους Karl Wendlinger και Heinz Harald Frentzen, ενώ έναν χρόνο μετά αναδείχθηκε πρωταθλητής στη γερμανική F3, οδηγώντας μια Reynard/Volkswagen και κατακτώντας 5 νίκες, 6 pole position, 7 podium και 4 ταχύτερους γύρους. Παράλληλα είχε ήδη αρχίσει να συμμετέχει και στο πρωτάθλημα τουρισμού με την νεανική ομάδα της Sauber Mercedes όπου από εκείνη κιόλας την χρονιά κατέκτησε την πρώτη του νίκη.
Η Formula 1
Το 1991 η μοίρα έφερε τον Michael Schumacher στο παγκόσμιο πρωτάθλημα της Formula 1 που όπως αποδείχτηκε μερικά χρόνια αργότερα δεν ήταν ούτε πολύ μεγάλο για τις ικανότητες του ούτε πολύ ψηλά για τις φιλοδοξίες του. Κλήθηκε από τον Eddie Jordan να καλύψει το κενό του Bertrand Gachot στην ομάδα για το Grand Prix του Βελγίου στο Spa και με την έβδομη θέση που κατέκτησε στις κατατακτήριες δοκιμές, έδειξε ορισμένες από τις ικανότητές του, έστω και αν στον αγώνα δεν κατάφερε να τερματίσει.
Ο Flavio Briatore για λογαριασμό της Benneton εντόπισε αμέσως ενδιαφέροντα στοιχεία στον νεαρό Γερμανό και απέσπασε την υπογραφή του για τη συνέχεια του πρωταθλήματος. Στον επόμενο αγώνα στην Ιταλία ο Schumacher κατετάγη και πάλι έβδομος, όμως αυτή τη φορά τερμάτισε στην πέμπτη θέση, παίρνοντας τους δύο πρώτους του βαθμούς στο πρωτάθλημα. Έκτος ήταν στον επόμενο αγώνα στην Πορτογαλία αλλά και στην Ισπανία, ενώ δεν βαθμολογήθηκε καθόλου στους δύο τελευταίους αγώνες στην Ιαπωνία και την Αυστραλία, όπου δεν τερμάτισε καν. Σε έξι αγώνες στην πρώτη του χρονιά στην Formula 1 ο Schumacher πήρε τέσσερις βαθμούς συνολικά και κατάφερε να αφήσει πίσω του πολλούς γνωστούς οδηγούς που είχαν δώσει το «παρών» σε όλους τους αγώνες της περιόδου.
Το 1992 ήταν η πρώτη του πλήρης χρονιά στην Formula 1! Από τους 16 αγώνες στους οποίους συμμετείχε τερμάτισε στους 12, εκ των οποίων στους έντεκα μέσα στους βαθμούς, ενώ οκτώ φορές ανέβηκε στο podium. Η συγκομιδή αυτή περιελάμβανε και μια νίκη φυσικά, στο Spa και τον έφερε στην τρίτη θέση του πρωταθλήματος με 53 βαθμούς πίσω από τους Nigel Mansell και Ricardo Patrese.
Το 1993 το πρωτάθλημα ήταν πιο ανταγωνιστικό και πιο… μοιρασμένο. Ο πρωταθλητής Alain Prost πήρε 99 βαθμούς, με τον Ayrton Senna να ακολουθεί στη δεύτερη θέση και τον Damon Hill να είναι τρίτος. Ο Michael Schumacher ολοκλήρωσε την σεζόν τέταρτος έχοντας 52 βαθμούς. Το 1993 ιστορικά πλέον, μοιάζει ως η χρονιά που ανάγκασε τον Γερμανό να επιβάλλει τη φιλοσοφία του νικητή που ανέκαθεν είχε και στην ομάδα, αποφεύγοντας τα λάθη που έγιναν τότε και με στόχο να ακολουθήσει ό,τι ακολούθησε.
Από τους 16 αγώνες που ξεκίνησε εκείνη τη χρονιά ο Schumacher τερμάτισε στους εννέα και τερμάτισε σε όλους στο podium. Πήρε άλλη μία νίκη, αυτή τη φορά στην Πορτογαλία όπου ξεκίνησε έκτος, ενώ τερμάτισε πέντε φορές δεύτερος και είχε άλλες τόσες τον ταχύτερο γύρο.
Το 1994 ήρθε ο πρώτος τίτλος! Σε μια χρονιά που σημαδεύτηκε από τον θάνατο του Ayrton Senna και με την απουσία του Alain Prost από τα grid, ο Schumacher ξεκίνησε όσο πιο δυναμικά μπορούσε, παρατάσσοντας απέναντι στις εντυπωσιακές επιδόσεις της Williams Renault του Damon Hill τις εξαιρετικές ικανότητές του και τη μαεστρία με την οποία κατάφερνε να ελέγχει την Benneton Ford. Πήρε τις δύο πρώτες νίκες του πρωταθλήματος σε Βραζιλία και Ιαπωνία, πήρε και την «μαύρη» Ίμολα, όπως και το Μονακό δύο εβδομάδες αργότερα και συνέχισε κατακτώντας άλλες τέσσερις νίκες, στον Καναδά, στη Γαλλία, στη Monza και στην Ισπανία. Βεβαίως είχε και τέσσερις εγκαταλείψεις, όμως σε αυτή την πλούσια πορεία πήρε άλλες δύο δεύτερες θέσεις, συμπληρώνοντας έτσι τις 10 από τις 14 κούρσες στις οποίες τερμάτισε, όλες στο podium. Παράλληλα πήρε έξι pole position και τέσσερις φορές κατάφερε να πάρει τη νίκη, να έχει τον ταχύτερο γύρο και να έχει ξεκινήσει από την pole, το λεγόμενο triple για τη στατιστική της Formula 1.
Το 1995 ήταν μια πιο… φυσιολογική χρονιά, αλλά ο τίτλος ήρθε πιο άνετα. Η Benneton άφησε τους κινητήρες της Ford και ήρθε σε συμφωνία με τη Renault. Έτσι ο Schumacher είχε τον ίδιο κινητήρα με τον Damon Hill και η μάχη ήταν σαφώς πιο δίκαιη αλλά και πιο ξεκάθαρη για το ποιος ήταν πραγματικά ο καλύτερος. Ο Γερμανός άφησε 33 βαθμούς πίσω του τον Βρετανό και κατέκτησε τον τίτλο τέσσερις αγώνες πριν το φινάλε.
Συνολικά πήρε εννέα νίκες στους 17 αγώνες του πρωταθλήματος. Από αυτούς τερμάτισε τους 13 αφού είχε πάλι τέσσερις εγκαταλείψεις, ενώ 11 φορές ανέβηκε στο βάρθο και 12 συνολικά βαθμολογήθηκε. Πήρε τέσσερις pole position και οκτώ φορές σημείωσε τον ταχύτερο γύρο.
Η έναρξη του παραμυθιού στη Ferrari
Το 1996 τα δεδομένα για τον Schumacher άλλαξαν ξανά. Η μετακίνηση στη Ferrari ήταν κάτι που επιθυμούσε κάθε πιλότος της Formula 1, λίγοι όμως είχαν την ευκαιρία να την πραγματοποιήσουν και ακόμη πιο λίγοι ήταν εκείνοι που μπορούσαν να προσφέρουν κάτι σε μια ομάδα που αναζητούσε τρόπο να ανακτήσει τις χαμένες δάφνες του παρελθόντος. O Schumacher μπορούσε και το απέδειξε πολύ σύντομα!
Η Williams ήταν εμφανώς καλύτερη! Πιο γρήγορη, πιο αξιόπιστη και με τη φιλοσοφία των νικητών στους ανθρώπους που την αποτελούσαν διέθετε και δύο πιλότους, οι οποίοι έστω και αν δεν ήταν του βεληνεκούς του Schumacher, ήταν εξαιρετικοί. Το 1996 λοιπόν στην πρώτη του χρονιά με την Scuderia ο Schumacher ξεκινά σε 16 αγώνες και τελειώνει τους 10. Παίρνει τρεις νίκες, τερματίζει εννέα φορές μέσα στους βαθμούς, εκ των οποίων οι οκτώ στο βάθρο, και σημειώνει δύο φορές τον ταχύτερο γύρο.
Η αξιοπιστία δεν είναι το μεγάλο πλεονέκτημα της F310 και ο Γερμανός έχοντας ήδη κερδίσει έναν τίτλο πολύ νωρίς μέσα στην χρονιά, το 1995 βλέπει από το ξεκίνημα κιόλας του 1996 πως τα πράγματα είναι πολύ δύσκολα. Κερδίζει στην Ισπανία, στο Βέλγιο και στην Monza και παίρνει άλλες τρεις δεύτερες θέσεις σε Ευρώπη, Ίμολα και Ιαπωνία. Αυτά μαζί με τους βαθμούς της Βραζιλίας, της Γερμανίας και της Πορτογαλίας του αποφέρουν 59 βαθμούς και τον αφήνουν τρίτο στην βαθμολογία πίσω από τον πρωταθλητή Damon Hill που είχε 97 βαθμούς και τον Jacques Villeneuve που είχε 78.
To 1997 ήταν ίσως η χειρότερη χρονιά του Michael Schumacher, όχι μόνο γιατί δεν πήρε έναν ακόμη τίτλο, αλλά γιατί προσπάθησε να τον πάρει με αθέμιτο τρόπο, όπως αποφάσισε η αρχή του σπορ και για αυτό τον απέκλεισε από το πρωτάθλημα. Όλα αυτά μετά τον τελευταίο αγώνα στην Jerez, που ο Schumi εμβόλισε τον Γαλλοκαναδό, με στόχο να διατηρήσει το προβάδισμα του ενός βαθμού που είχε και να πάρει τον τίτλο. Τελικά τον έχασε και τιμωρήθηκε κιόλας, όμως μέχρι τότε είχε δείξει πως η αναγέννηση της Scuderia Ferrari ήταν πλέον θέμα χρόνου…
Πέντε νίκες πήρε ο Schumacher τo 1997, στους 13 αγώνες που τερμάτισε, από τους 17 του πρωταθλήματος. Η Ferrari F310B ήταν σαφές πως ήταν ένα καλύτερο μονοθέσιο από εκείνο που διαδέχτηκε και ο Γερμανός προσπάθησε από το ξεκίνημα της χρονιάς να κερδίσει ό,τι μπορούσε έναντι στον ανταγωνισμό. Στην πρεμιέρα της Αυστραλίας έμεινε πίσω από τον Coulthard και ακολούθησαν τρεις αγώνες με συνολική συγκομιδή 8 βαθμών, γεγονός που δεν ήταν και πολύ ενθαρρυντικό. Η συνέχεια ωστόσο ήταν διαφορετική… Στα τέσσερα Grand Prix που ακολούθησαν ο Schumacher πήρε τρεις νίκες και εκτοξεύτηκε στην κορυφή της βαθμολογίας, ενώ μετά το διάλειμμα του Silverstone, όπου έμεινε χωρίς βαθμούς, πήρε άλλους 19 βαθμούς σε τρείς αγώνες, διατηρώντας την πρωτοπορία του και το προβάδισμα για τον τίτλο.
Κάπου εκεί όμως η πορεία πήρε… κατιούσα κλίση! Οι δύο έκτες θέσεις σε Monza A1 Ring και η εγκατάλειψη στο Nurburgring έδωσαν την ευκαιρία στον Villenuve να τον περάσει και η συνέχεια περιελάμβανε όσα περιγράψαμε πιο πάνω.
Το 1998 ξεκίνησε περίπου όπως και το 1997. Η εγκατάλειψη στην Αυστραλία και οι τέσσερις βαθμοί στη Βραζιλία που πήρε ο Schumacher σήμαιναν πως αυτομάτως ο Mika Hakkinen που είχε πάρει ήδη δύο νίκες είχε αποκτήσει ένα σαφές προβάδισμα. Το χειρότερο όμως δεν ήταν τόσο η βαθμολογική κατάσταση, όσο η εικόνα των μονοθεσίων της Ferrari και της McLaren στην πίστα, όπου η δεύτερη έστω και στις λεπτομέρειες κατάφερνε να υπερισχύει.
Η νίκη του Schumacher στην Αργεντινή αντέστρεψε αυτή την εικόνα μόνο προσωρινά, καθώς ο Hakkinen εξακολουθούσε να είναι πιο αποτελεσματικός όσο περνούσε η χρονιά. Ακόμη και μετά τις τρεις διαδοχικές νίκες του Γερμανού σε Καναδά, Γαλλία και Silverstone, το μόνο που είχε καταφέρει ήταν να πλησιάσει τον Φινλανδό στους δύο βαθμούς διαφορά. Ο Schumacher πρόσθεσε άλλες δύο νίκες στη συνέχεια, για να φτάσει έτσι τις έξι σε όλη την περίοδο, ενώ από τους 16 αγώνες τερμάτισε στους 13. Από αυτούς τους τερματισμούς οι 12 ήταν μέσα στους βαθμούς και οι 11 στο βάθρο, ενώ είχε και τρεις pole position και έξι ταχύτερους γύρους. Στατιστικά η χρονιά δεν έμοιαζε άσχημη, επί της ουσίας όμως εκείνη του Hakkinen ήταν καλύτερη και έτσι η τελική διαφορά των 14 βαθμών στο πρωτάθλημα, ολοκλήρωσε την τρίτη συνεχόμενη περίοδο του Schumi μακριά από το πρωτάθλημα.
Το 1999 ήταν η χρονιά της ατυχίας! Το Silverstone ποτέ δεν ήταν φιλικό προς τον Michael Schumacher, όμως εκείνη την περίοδο αποδείχτηκε σχεδόν τραγικό… Το σπασμένο πόδι του Schumi τον αφήνει εκτός αγώνων για έξι Grand Prix και ούτε κουβέντα για τον τίτλο, καθώς το μοναδικό που μπορούσε να κάνει στην επιστροφή για τους δύο τελευταίους αγώνες ήταν να βοηθήσει τον Eddie Irvine να πάρει τον τίτλο. Με τους δύο αυτούς αγώνες στο τέλος και με εκείνους μέχρι το Silverstone το στατιστικό του Schumacher για το 1999 συμπληρώνεται από οκτώ τερματισμούς, δύο νίκες σε Ίμολα και A1 Ring και τρεις pole position. Οι 44 βαθμοί που πήρε, σίγουρα δεν είναι κάτι αξιοσημείωτο, με δεδομένο όμως τον τραυματισμό και την απουσία ήταν αρκετοί ώστε να τον φέρουν στην πέμπτη θέση της βαθμολογίας.
Η εποχή της κυριαρχίας
Η νέα χιλιετία έφερε νέο αέρα στη Ferrari και ο Michael Schumacher το απέδειξε αυτό από το ξεκίνημα κιόλας του πρωταθλήματος του 2000. Κέρδισε σε Αυστραλία, Βραζιλία και Ίμολα, δείχνοντας αμέσως στον Hakkinen πως δεν θα επιτρέψει ξανά να συμβεί αυτό που συνέβη τα δύο τελευταία χρόνια. Συνολικά συγκέντρωσε 108 βαθμούς, κερδίζοντας το πρωτάθλημα όσο εύκολα το είχε χάσει από τον Hakkinen τα προηγούμενα χρόνια. Οι εννέα νίκες σε σύνολο 17 αγώνων ήταν ισοφάριση του προσωπικού του ρεκόρ σε μία περίοδο, ενώ και στους 13 αγώνες που τερμάτισε, βρέθηκε μέσα σε βαθμολογούμενη θέση, με τους 12 από αυτούς να είναι στο βάθρο. Παράλληλα ο Schumacher είχε και εννέα pole position, αριθμός που σήμαινε ένα νέο προσωπικό ρεκόρ για εκείνον μέσα σε μία χρονιά. Αυτή ήταν η αρχή της «χρυσής» εποχής που ολοκληρώθηκε έπειτα από έξι χρόνια και άλλους τέσσερις τίτλους.
Ο πρώτος από αυτούς τους τέσσερις ήρθε την επόμενη περίοδο, το 2001, με τον Schumacher να ισοφαρίζει ξανά τις εννέα νίκες του σε μια χρονιά, να καταφέρνει 14 τερματισμούς στο βάθρο και να παίρνει 11 pole position, συνεχίζοντας να καταρρίπτει προσωπικές επιδόσεις και όχι μόνο. Το πρωτάθλημα ολοκληρώθηκε με… νταμπλ σκορ. Ο Schumacher συγκέντρωσε 123 βαθμούς και ο David Coulthard, που τον ακολούθησε στην δεύτερη θέση, το καλύτερο που κατάφερε να κάνει ήταν να φτάσει τους 65. Αυτό γιατί πέρα από τις εννέα νίκες του, o Schumi είχε και πέντε δεύτερες θέσεις, ενώ σε έναν αγώνα τερμάτισε τέταρτος και σε δύο εγκατάλειψε.
Το 2002 το ρεκόρ νικών σε μια περίοδο «έσπασε» όπως ήταν μάλλον αναμενόμενο. 17 αγώνες είχε το πρωτάθλημα και ο Γερμανός τερμάτισε σε όλους στο βάθρο. Πήρε 11 νίκες, ήταν πέντε φορές δεύτερος και ήταν και μια φορά τρίτος. Εκτός αυτών είχε επτά pole position και επτά ταχύτερους γύρους, ενώ τέσσερις φορές κατέκτησε τα πάντα σε έναν αγώνα, δηλαδή το triple. Ο τελικός απολογισμός ήταν 144 βαθμοί, σχεδόν νταμπλ σκορ και πάλι από τον Rubens Barrichello αυτή τη φορά, ο οποίος είχε 77 βαθμούς, συμπληρώνοντας επάξια τη σπουδαία χρόνια και για τη Ferrari σε ομαδικό επίπεδο.
Έναν χρόνο αργότερα, το 2003, ο Schumacher από πολλούς θεωρούταν ήδη κορεσμένος από τίτλους, νίκες και ρεκόρ. Πέραν όλων των υπολοίπων είχε ήδη ισοφαρίσει το ρεκόρ πρωταθλημάτων του Juan Manuel Fangio, παίρνοντας τον πέμπτο του τίτλο το 2002 και πλέον λίγα πράγματα έμοιαζαν ακόμη ικανά να μπορούν να τον συγκινήσουν. Τουλάχιστον έτσι πιστεύαμε εμείς, γιατί ο ίδιος προφανώς είχε διαφορετική αντίληψη των καταστάσεων. Από τη στιγμή δε που ισοφάρισε και το ρεκόρ του Fangio θα ήταν τουλάχιστον ατυχές να μην το καταρρίψει κιόλας, έτσι το κατάφερε και αυτό, έστω και αν συνάντησε δυσκολίες από έναν φιλόδοξο νεαρό της McLaren που μερικά χρόνια αργότερα θα τον αντικαθιστούσε...
Συγκέντρωσε 93 βαθμούς και κατέκτησε το τέταρτο συνεχόμενο και έκτο της καριέρας του πρωτάθλημα με δύο βαθμούς διαφορά από τον Kimi Raikkonen. Οι αγώνες είχαν μειωθεί σε 16 και ο Schumacher εγκατέλειψε μόλις μια φορά στη Βραζιλία, ενώ σε όλους τους υπόλοιπους αγώνες ήταν μέσα στους βαθμούς. Στο βάθρο ανέβηκε οκτώ φορές και συνολικά πήρε έξι νίκες, εκ των οποίων οι τρεις συνεχόμενες σε Ίμολα, Ισπανία και Αυστρία. Είχε ακόμη πέντε pole position και πέντε ταχύτερους γύρους, ενώ ακόμη και όταν έμεινε για πέντε συνεχόμενους αγώνες χωρίς νίκη, ήταν πρώτος στην βαθμολογία.
Έχοντας καταρρίψει ακόμη και το στοιχειωμένο ρεκόρ τίτλων του Fangio, κάποιοι θεωρούσαν πως το μοναδικό πλέον που είχε ενδιαφέρον στην εντυπωσιακή αυτή καριέρα του Schumacher ήταν η ανακοίνωση της αποχώρησής του. Για μια ακόμη περίοδο όμως εκείνος βρήκε κίνητρα και ενδιαφέρον ώστε να είναι ακόμη πιο ανταγωνιστικός. Το πρωτάθλημα του 2004 ξεκίνησε παραδοσιακά από την Αυστραλία και ο Schumacher ξεκίνησε τότε ένα σερί νικών που σταμάτησε έπειτα από πέντε αγώνες στο ατύχημα μέσα στην σήραγγα του Πριγκιπάτου, όταν ήρθε σε επαφή με τη Williams του Montoya.
Το συγκεκριμένο ατύχημα εκείνη την χρονική περίοδο έμοιαζε ως το φρένο στις φιλοδοξίες του Schumacher να πάρει και τους 18 αγώνες μιας χρονιάς. Μπορεί να ακούγεται τρελό, όμως έτσι όπως είχε αρχίσει αυτή η αγωνιστική περίοδος τίποτα δεν έμοιαζε ικανό να τον σταματήσει. Αυτό εξάλλου αποδείχτηκε και στη συνέχεια, καθώς ο Γερμανός κατέκτησε άλλες επτά συνεχόμενες νίκες, φτάνοντας σε σημείο στον 13ο αγώνα της χρονιάς να έχει 120 βαθμούς και διαφορά 38 βαθμών από τον δεύτερο Barrichello.
Ο 14ος αγώνας ήταν το Grand Prix του Βελγίου και η δεύτερη θέση του Schumacher πίσω από τον Raikkonen έφερε και τη μαθηματική επιβεβαίωση του τίτλου, τέσσερις αγώνες πριν το φινάλε. Σε αυτούς ο Schumacher χαλάρωσε, συγκέντρωσε… μόλις 20 βαθμούς, παίρνοντας στην Ιαπωνία τη 13η νίκη του μέσα στη χρονιά και φτάνοντας τους 148 βαθμούς, συγκομιδή που φυσικά είναι… ρεκόρ! Μέσα σε όλα αυτά έκανε 10 φορές τον ταχύτερο γύρο και πήρε οκτώ pole position, ενώ πέντε φορές έκανε το triple.
Αυτό ήταν και το σημείο που ο… κορεσμός του φαινομένου από τη Γερμανία τέθηκε σε ισχύ, μαζί φυσικά με την δίψα του Fernando Alonso για τη διάκριση αλλά και μαζί με τις προσπάθειες της FIA να σταματήσει με κάθε τρόπο αυτή την αδιαφορία του πρωταθλήματος την οποία είχε φέρει η απόλυτη επιτυχία του Michael Schumacher. Το 2005 ο Γερμανός προδόθηκε από τα ελαστικά της Bridgestone, την κακή αξιοπιστία της F2004M και γενικώς ήταν πολύ διαφορετικός όπως έμοιαζε φυσιολογικό μετά από ένα 2004, στο οποίο είχε κάνει απίστευτα πράγματα.
Από τους 18 αγώνες εκείνης της περιόδου ο Schumi τερμάτισε στους 13 και 12 φορές μέσα στους βαθμούς, ενώ στο βάθρο ανέβηκε μόλις πέντε φορές. Αυτά του απέφεραν 62 βαθμούς και την τρίτη θέση σε ένα πρωτάθλημα το οποίο κατέκτησε για πρώτη φορά στην καριέρα του ο Alonso. Για να καταλάβει κανείς εύκολα πόσο διαφορετικές ήταν οι συνθήκες για τον Schumacher το 2005 αρκεί να κοιτάξει το στατιστικό στο οποίο η μία και μοναδική νίκη του Γερμανού ξεχώριζε σαν τη «μύγα μέσα στο γάλα». Μάλιστα ήταν και αμφιλεγόμενη, αφού ήταν αυτή στο Αμερικανικό Grand Prix εκεί που συμμετείχαν μόλις έξι μονοθέσια, όσα δηλαδή χρησιμοποιούσαν ελαστικά της Bridgestone. Ο Schumacher είχε επίσης μια pole position και τρεις ταχύτερους γύρους, δείχνοντας πως μπορεί το μονοθέσιό του να μην ήταν πλέον το πιο ανταγωνιστικό, εκείνος όμως πάλευε όσο μπορούσε για να παραμείνει στην κορυφή.
Η αποχώρηση
Κάθε Σεπτέμβριο τα αφιερώματα στον Γερμανό επτά φορές Παγκόσμιο Πρωταθλητή είναι στην ημερησία διάταξη. Το Grand Prix της Monza το 2006 έφερε στον Michael Schumacher την προτελευταία νίκη του από τις επτά που πήρε συνολικά στο πρωτάθλημα. Δεν είναι όμως αυτό για το οποίο έχει μείνει στην ιστορία ο συγκεκριμένος αγώνας, ούτε ο τρόπος με τον οποίο κέρδισε τη μάχη με τον Raikkonen για να πάρει την νίκη. Το στιγμιότυπο που ακόμη και σήμερα εμφανίζεται σε τηλεοπτικούς δέκτες προέρχεται από τη συνέντευξη Τύπου του συγκεκριμένου αγώνα τη στιγμή δηλαδή, που εκατομμύρια άνθρωποι σε ολόκληρο τον πλανήτη άκουσαν τον Γερμανό να ανακοινώνει την αποχώρησή του από το άθλημα.
«Ήταν μια πολύ ξεχωριστή ημέρα και είναι πολύ σημαντικό να κερδίζεις με τέτοιο στιλ σε αυτή την πίστα, ιδιαίτερα αν αναλογιστεί κανείς την εξέλιξη στο πρωτάθλημα. Όμως οι περισσότεροι θα αναρωτιέστε για το τι θα γίνει στο μέλλον. Έγιναν πολλές συζητήσεις τον τελευταίο καιρό όσον αφορά το μέλλον μου και νομίζω ότι οι φίλοι μου και αυτοί που ενδιαφέρονται για τον μηχανοκίνητο αθλητισμό έχουν δικαίωμα να μάθουν τι πρόκειται να συμβεί. Ζητάω συγνώμη που η ανακοίνωση αυτή πήρε περισσότερο καιρό από όσο θα ήθελαν κάποιοι, αλλά για μια τέτοια ανακοίνωση πρέπει να διαλέξεις τη σωστή στιγμή. Αυτή ήρθε σήμερα.
Για να το κάνω σύντομο κατά κάποιο τρόπο, αυτός ο αγώνας μου στη Monza θα είναι ο τελευταίος σε αυτή την πίστα. Αποφάσισα, μαζί με την ομάδα, να αποχωρίσω από την αγωνιστική δράση στο τέλος της χρονιάς. Πέρασα εξαιρετικά. Ήταν εκπληκτικά αυτά που μου έδωσε ο μηχανοκίνητος αθλητισμός για περισσότερο από τριάντα χρόνια. Διασκέδασα κάθε στιγμή εύκολη, καλή ή κακή, γιατί αυτές οι στιγμές είναι που κάνουν τη ζωή φανταστική. Θα πρέπει να ευχαριστήσω την οικογένειά μου, ξεκινώντας προφανώς από τον πατέρα μου, την αποθανούσα μητέρα μου και φυσικά τη γυναίκα μου και τα δύο μου παιδιά, που πάντα στάθηκαν δίπλα μου και που χωρίς αυτούς νομίζω ότι η δύναμη που χρειάστηκα για να επιβιώσω σε αυτόν το χώρο, σε αυτό το άθλημα και να αποδώσω με τον τρόπο που απέδωσα θα ήταν κάτι το ακατόρθωτο. Φυσικά εκτός από την οικογένειά μου θα πρέπει να ευχαριστήσω και όλους τους ανθρώπους μου, από τα χρόνια της Benneton και ειδικά της Ferrari, στην οποία έκανα τόσους πολλούς φίλους. Έχω τόσο καλούς ανθρώπους γύρω μου που μου ήταν πολύ δύσκολο να πάρω την απόφαση να μην συνεχίσω να δουλεύω σε αυτό το επίπεδο με τους φίλους μου, τους μηχανικούς μου, τους πάντες. Είναι όλοι υπέροχοι αλλά για όλους έρχεται μια μέρα και ένιωσα ότι για εμένα η καλύτερη στιγμή για να πάρω αυτή την απόφαση έχει φτάσει». Αυτή ήταν η δήλωση με την οποία ο Michael Schumacher ανακοίνωσε την αποχώρησή του στη Monza, μετά τη νίκη του στο Ιταλικό GP του 2006.
Για πολλούς ο Michael Schumacher έπρεπε να αποχωρήσει κατακτώντας το πρωτάθλημα, σε έναν αγώνα που θα κέρδιζε, έχοντας πάρει την pole position και έχοντας σημειώσει τον ταχύτερο γύρο. Τόσο εντυπωσιακή ήταν αυτή η καριέρα, τόσο εντυπωσιακά έπρεπε να ολοκληρωθεί. Οι ρομαντισμοί όμως δεν έχουν χώρο, όπως δεν είχαν και στη δική του καριέρα, έτσι ο Schumi μπορεί να υπερηφανεύεται τουλάχιστον πως πάλεψε και εξάντλησε μέχρι και την τελευταία του ελπίδα για να τα καταφέρει.
Τελικά οι επτά νίκες στους 18 αγώνες της χρονιάς δεν του ήταν αρκετές. Οι 121 βαθμοί ήταν αρκετοί, ήταν όμως λιγότεροι από τους 134 του Fernando Alonso, που πήρε το δεύτερο πρωτάθλημα της καριέρας του. Ο Γερμανός είχε ακόμη τρεις δεύτερες θέσεις και μία τρίτη, οι οποίες συνέθεσαν τα 12 βάθρα του μέσα στο 2006, ενώ συνολικά πήρε τέσσερις pole position και επτά φορές τον ταχύτερο γύρο ενός αγώνα.
Μετά την αποχώρηση από την ενεργό δράση, ο Schumacher ανέλαβε ρόλο συμβούλου στη Ferrari, βοηθώντας με την τεράστια εμπειρία του το αγωνιστικό τμήμα. Δεν είναι λίγες οι φορές, επίσης, που φόρεσε ξανά τη φόρμα και το γνώριμο κόκκινο κράνος και μπήκε στο μονοθέσιο για δοκιμές, προσφέροντας στους μηχανικούς τις πολύτιμες συμβουλές του.
Όψιμη αγάπη του Michael Schumacher αποδείχτηκαν οι μοτοσικλέτες. Προσπαθώντας να καλύψει τον άπλετο ελεύθερο χρόνο που βρέθηκε ξαφνικά στα χέρια του (τα χρήματα μάλλον δεν του λείπουν) ο Γερμανός πολυπρωταθλητής έστρεψε την προσοχή του στους δύο τροχούς. Αρκετές φορές τον είδαμε νε φορά τη δερμάτινη φόρμα και να δοκιμάζει μια μοτοσικλέτα του MotoGP ή των Superbikes και σε ορισμένες περιπτώσεις να σημειώνει αξιοπρόσεκτους χρόνους. Φυσικά, στα 39 χρόνια του δεν ψάχνει για μια νέα καριέρα αλλά φαίνεται ότι δεν μπορεί να μείνει μακριά από τις συγκινήσεις που προσφέρει η πίστα, με ό,τι κι αν τρέχει.
Το υλικό του μύθου
Ο μύθος του Michael Schumacher χτίστηκε με τα υλικά που παραδοσιακά φτιάχνουν απλώς μια καλή καριέρα. Δεν έχασε τη ζωή του σε κάποιο θεαματικό ατύχημα. Δεν άφησε τον κόσμο άφωνο με την αστραφτερή προσωπικότητά του. Δεν προσπάθησε και δεν κατάφερε να γοητεύσει τα πλήθη έξω από τις πίστες. Κατάφερε, όμως, να κατακτήσει την κορυφή σε ένα από τα δυσκολότερα και πιο απαιτητικά σπορ στον πλανήτη, όντας ο ίδιος απόλυτα αφοσιωμένος, δουλεύοντας πολύ σκληρά και μεταδίδοντας τον ενθουσιασμό του σε μία ολόκληρη αγωνιστική ομάδα. Ο Michael Schumacher δεν κληρονόμησε κανέναν τίτλο - θα μπορούσε να είναι απλώς ο άνθρωπος της διπλανής πόρτας. Αντ’ αυτού, όμως, έγινε ο μεγαλύτερος όλων των εποχών.
Ο Schumacher επιστρέφει
Στις 29 Ιουλίου του 2009 ο Michael Schumacher ανακοίνωσε ότι θα επιστρέψει στη Formula 1 ως αντικαταστάτης του Felipe Massa που τραυματίστηκε στις κατατακτήριες της Ουγγαρίας όταν εξάρτημα της ανάρτησης του προπορευόμνου μονοθέσιου τον χτύπησε στο κεφάλι. Ο Michael Schumacher ανακοίνωσε ότι θα είναι ο αντικαστάτης του Βραζιλιάνου για το Ευρωπαϊκό GP της Valencia που θα λάβει μέρος στις 23 Αυγούστου του 2009


